Πανηγυρική Συνεδρία για τον εορτασμό της επετείου συμπλήρωσης 100 ετών από την ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών
Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2026
Ωρα 19:00
Ομιλία
Προέδρου Ακαδημίας Αθηνών
κ. Νικηφόρου Διαμαντούρου
«Εκατό χρόνια Ακαδημίας: Από την Ιστορία στο Μέλλον. Ιστορική συνέχεια και κέντρο αξιών, σε διάλογο με την κοινωνία»
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ
H Aκαδημία Aθηνών ιδρύθηκε στις 18 Mαρτίου 1926 ως Ακαδημία των Επιστημών, των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών και διαιρέθηκε σε τρεις Τάξεις: Θετικές Επιστήμες, Γράμματα, Καλές Τέχνες και Ηθικές και Πολιτικές Επιστήμες.
Η ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας η ονομασία παραπέμπει στην Ακαδημία του Πλάτωνος και στην πνευματική ακτινοβολία της αρχαίας Αθήνας, της πόλης που ο Θουκυδίδης χαρακτήρισε «πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν», υπήρξε η κατάληξη μακράς ιστορικής διαδρομής και επίμονων προσπαθειών που εκτείνονται σε διάστημα σχεδόν ενός αιώνα.
Από τα πρώτα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, με την αρχική πρωτοβουλία του 1824 έως τις συστηματικές ενέργειες του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή στα μέσα του 190υ αιώνα και τις μεταγενέστερες πρωτοβουλίες των αρχών του 20ου αιώνα, η ίδρυση Ελληνικής Ακαδημίας αποτέλεσε σταθερό αίτημα του πνευματικού κόσμου της χώρας.
Η συμπλήρωση εκατό ετών από την ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών, στις 18 Μαρτίου 1926, συμπίπτει σχεδόν απόλυτα με την επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, η οποία παραδοσιακά τιμάται στις 25 Μαρτίου. Η χρονική αυτή εγγύτητα δεν αποτελεί απλώς χρονική σύμπτωση, αλλά ζωντανή υπενθύμιση της ιστορικής μας συνέχειας: από τον αγώνα για την ελευθερία έως την καλλιέργεια του πνεύματος και των γραμμάτων. Μας καλεί να ανακαλέσουμε στη μνήμη τον ηρωικό εκείνο Αγώνα Ανεξαρτησίας, τον απελευθερωτικό αγώνα ενός έθνους που διεκδίκησε και κατέκτησε την αυτοδιάθεσή του, αποτινάσσοντας την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και θέτοντας τα θεμέλια για τη συγκρότηση της σύγχρονης, ανεξάρτητης Ελλάδας.
Στο φως αυτής της ιστορικής παρακαταθήκης, η Ακαδημία Αθηνών στέκει ως θεματοφύλακας της εθνικής μνήμης και φάρος πνευματικής δημιουργίας, υπηρετώντας διαχρονικά με αφοσίωση τη γνώση, την επιστήμη και τον πολιτισμό. Στο έργο και την αποστολή της αντανακλάται το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής, που συνέδεσε άρρηκτα την εθνική ανεξαρτησία με την καλλιέργεια της παιδείας και την ανάδειξη της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού.
Καθοριστική ώθηση προς την πραγμάτωση της ιδέας της ίδρυσης της Ακαδημίας έδωσε το 1856 η γενναιόδωρη δωρεά του εθνικού ευεργέτη Σίμωνος Σίνα, χάρη στην οποία ανεγέρθηκε και κοσμήθηκε με τον λαμπρό γλυπτικό και ζωγραφικό του διάκοσμο το εμβληματικό νεοκλασικό μέγαρο που μέχρι σήμερα στεγάζει την Ακαδημία Αθηνών.
Η τελετή της θεμελίωσης του μεγάρου πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1859, παρουσία του βασιλέα Όθωνα σηματοδοτώντας την απαρχή ενός έργου που έμελλε να συνδεθεί με την πνευματική ζωή του νεότερου Ελληνισμού. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1887, ο αρχιτέκτονας Ερνέστος Τσίλλερ, ενεργώντας ως πληρεξούσιος των κληρονόμων του Σίμωνος Σίνα, παρέδωσε το κτήριο στον τότε πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη. Το επιβλητικό αυτό οικοδόμημα, γνωστό έκτοτε ως «Σιναία Ακαδημία», έφερε το όνομα του μεγάλου ευεργέτη που κατέστησε δυνατή την ανέγερσή του.
Η σταδιακή θεσμική εδραίωση του κράτους, η επιθυμία ανάπτυξης των επιστημών και των γραμμάτων και εναρμόνισης με τα ευρωπαϊκά πνευματικά πρότυπα προσδιόρισαν το πλαίσιο εντός του οποίου η Ακαδημία προβαλλόταν πλέον ως καταστατικός πυλώνας για την προαγωγή της επιστημονικής έρευνας και την καλλιέργεια της πνευματικής ζωής, συνδεόμενη άμεσα με το όραμα για την πνευματική και εθνική πρόοδο της χώρας.
Το 1919, κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης των Παρισίων, και ενώ διαφαινόταν ο κίνδυνος αποκλεισμού της Ελλάδας από τη Διεθνή Ένωση Ακαδημιών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε τη δέσμευση για την ίδρυση Ελληνικής Ακαδημίας. Με το χαρακτηριστικό τηλεγράφημα «Organisez rapidement Académie» προς τον τότε Υπουργό Παιδείας Δημήτριο Δίγκα, υπογράμμισε την ανάγκη να προχωρήσει άμεσα η υλοποίηση του θεσμού που θα εξέφραζε πολιτικά το επιστημονικό και πνευματικό κύρος της χώρας.
Έτσι, στις 24 Mαρτίου 1926 το Προεδρείο της Aκαδημίας Aθηνών παρέλαβε το μέγαρο της «Σιναίας Aκαδημίας», στο οποίο την επομένη, 25η Mαρτίου, με σαφή σημασιολογική αναφορά στην επέτειο της εθνικής παλιγγενεσίας, πραγματοποιήθηκε η πανηγυρική εναρκτήρια συνεδρία της Ολομέλειας. Kατά τη συνεδρία εκείνη, ο Υπουργός Παιδείας και ακαδημαϊκός Δημήτριος Aιγινήτης έδωσε το στίγμα του σκοπού της Ακαδημίας καθώς επίσης και στα μέσα για την επιτέλεσή του.
Η ανάληψη της Προεδρίας μου συμπίπτει με τη συμπλήρωση εκατό ετών ζωής της Ακαδημίας και η χρονική αυτή σύμπτωση δεν προσφέρεται μόνο για αναδρομή, αλλά επιβάλλει βαθύ στοχασμό για το μέλλον.
Η επέτειος αυτή δηλαδή δεν αποτελεί αφορμή μνήμης: συνιστά σημείο μετάβασης από έναν αιώνα εμπειρίας σε έναν αιώνα ευθύνης.
Ας σκεφτούμε πως κατά τον αιώνα της ζωής της, η Ακαδημία διέσχισε πολέμους, πολιτικές μεταβολές και βαθιές κοινωνικές ανακατατάξεις, διατηρώντας αδιάσπαστη τη θεσμική της συνέχεια και το κύρος της.
Η αξία της δεν εξαντλήθηκε στην παραγωγή γνώσης, αλλά εκφράστηκε ουσιαστικά στη διαφύλαξη της ποιότητας του δημόσιου λόγου και στην υπεράσπιση των πνευματικών κριτηρίων, όχι ως θεσμός επικαιρότητας, αλλά ως διαχρονικός θεσμός.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα που ανακύπτει δεν αφορά το παρελθόν της, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του δεύτερου αιώνα της, διασφαλίζοντας έτσι την ιστορική συνέχεια και παραμένοντας κέντρο αξιών σε συνεχή διάλογο με την κοινωνία.
Έτσι, η επέτειος δεν αποτελεί ιστορική καταγραφή, αλλά στιγμή αυτογνωσίας. Όταν ένας θεσμός συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής, οφείλει να αποτιμήσει νηφάλια το έργο του, να αναγνωρίσει με ειλικρίνεια τα όριά του, όσα δεν πέτυχε ή όσα απαιτούν ανανέωση, και να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του μέσα σε ένα ρευστό κοινωνικό, τεχνολογικό και οικονομικό περιβάλλον.
Επιμένω πως η ιστορική μνήμη λειτουργεί ως καθρέφτης: δεν στρέφεσαι στο παρελθόν για να παραμείνεις σε αυτό, αλλά για να αντλήσεις αρχές, αξίες και εμπειρία που θα σε καθοδηγήσουν με συνέπεια στις επιλογές σου, οπότε η εκατονταετηρίδα μετατρέπεται σε σημείο μετάβασης, σε ευκαιρία στρατηγικού σχεδιασμού και σε δήλωση ταυτότητας για τον 21ο αιώνα.
Η αναδρομή δεν είναι πράξη νοσταλγίας, αλλά το ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται ενώπιόν μας: τι μάθαμε σε αυτά τα εκατό χρόνια και πώς αυτή η γνώση μάς δεσμεύει για τα επόμενα εκατό.
Τούτο γίνεται αναγκαίο προκειμένου να εξετάσουμε με νηφαλιότητα τον τρόπο με τον οποίο οι Θεσμοί διαμορφώνουν και ενισχύουν τη σταθερότητα και δυναμική της κοινωνίας, καθώς η εμπιστοσύνη προς αυτούς οικοδομείται σταδιακά, με συνέπεια, διαφάνεια και απολογισμό, πολύ περισσότερο δε, επειδή η εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους θεσμούς έχει κλονιστεί το τελευταίο διάστημα, έτσι ώστε ο ρόλος της Ακαδημίας να καθίσταται απολύτως επίκαιρος και περισσότερο αναγκαίος από ποτέ. Καλούμαστε, λοιπόν, να συμβάλουμε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αυτής, ως ακαδημαϊκοί, ως ερευνητές, ως εκπαιδευτικοί, ως δάσκαλοι, ως φορείς γνώσης αλλά και ως πολίτες, επαναφέροντας μια σχέση εμπιστοσύνης που δεν θα έπρεπε να τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Ας αξιοποιήσουμε τη γνώση και τη δράση μας ώστε να αναστηλώσουμε την εμπιστοσύνη, υπενθυμίζοντας ότι αυτές δεν είναι προαιρετικά αγαθά, αλλά αέναες αξίες οικοδόμησης του παρόντος ως προϋπόθεσης του μέλλοντος, διότι η σταθερότητα δεν είναι αποτέλεσμα συγκυριακών ισορροπιών, αλλά καρπός θεσμικής ωριμότητας.
Οι θεσμοί δημιουργούν σταθερότητα διότι εγκαθιδρύουν κανόνες, διαδικασίες και πλαίσια λειτουργίας που υπερβαίνουν τα πρόσωπα και τις περιστάσεις. Δεν εξαρτώνται από τη βούληση ενός και μόνο ατόμου, αλλά εδράζονται σε μια συλλογικά αποδεκτή τάξη πραγμάτων, η οποία διασφαλίζει τη συνέχεια..
Ακριβώς όμως επειδή οι Θεσμοί αποτελούν τον πυρήνα της σταθερότητας, η σημερινή κρίση θεσμών δεν μπορεί να ιδωθεί ως μονοδιάστατο φαινόμενο· προκύπτει από τη σύμπτωση πολιτικών, κοινωνικών, τεχνολογικών και πολιτισμικών μεταβολών που δοκιμάζουν οικουμενικά πλαίσια νομιμοποίησης και εμπιστοσύνης.
Η δοκιμασία αυτή δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκην με κατάρρευση· αποτελεί τουναντίον ένδειξη μετάβασης. Εκεί όπου η εμπιστοσύνη φθίνει, αναδύεται η ανάγκη επαναθεμελίωσης των θεσμών, διότι ακριβώς μέσω της θεσμικής λειτουργίας κατοχυρώνεται η νομιμότητα, ενισχύεται η εμπιστοσύνη,
διασφαλίζεται η ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας, περιορίζεται η αυθαιρεσία και διαγράφεται ένας μακροπρόθεσμος ορίζοντας σχεδιασμού και
αποτελέσματος.
Τα ποιοτικά στοιχεία της σοβούσας κρίσης είναι η διάχυση της πληροφορίας στη ψηφιακή εποχή η οποία εντείνει την άμεση κριτική και υποκαθιστά τη νηφάλια, τεκμηριωμένη κρίση με στιγμιαίες εντυπώσεις.
Οι διευρυνόμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες καλλιεργούν αίσθημα αποκλεισμού, ενώ η παγκοσμιοποίηση και η μετατόπιση ισχύος σε υπερεθνικά ή μη άμεσα νομιμοποιημένα κέντρα λήψης αποφάσεων ενισχύουν την αίσθηση απόστασης ανάμεσα στον πολίτη και τους θεσμούς.
Η κρίση αντιπροσώπευσης καθίσταται εμφανής, καθώς τα παραδοσιακά πολιτικά και θεσμικά σχήματα δυσκολεύονται να εκφράσουν σύνθετες, πολυφωνικές κοινωνίες, γεγονός που ευνοεί την άνοδο λαϊκιστικών ή αντισυστημικών τάσεων.
Σε όλα αυτά προστίθεται μια βαθύτερη πολιτισμική μετατόπιση: η μετάβαση από σταθερές συλλογικές ταυτότητες σε πιο ρευστά και ατομικιστικά πρότυπα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας, καθίσταται σαφές ότι οι Θεσμοί δεν μπορούν να εδράζονται στη βούληση του ενός, αλλά στη σύμπραξη των πολλών γύρω από κοινά αποδεκτές αρχές και αποδεκτούς κανόνες.
Σε αυτή την προοπτική θεσμικής ανανέωσης και ουσιαστικής εξωστρέφειας εντάσσεται και ο νέος Οργανισμός της Ακαδημίας, ο οποίος διευρύνει τον τρόπο με τον οποίο ο θεσμός μπορεί να συμβάλει στον δημόσιο βίο.
Η συμβολή της Ακαδημίας είναι να διατυπώνει τεκμηριωμένες γνώμες για ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος που αφορούν την Πολιτεία και την κοινωνία, παρεμβαίνοντας στον δημόσιο διάλογο δια του Κανονισμού της. Τούτο έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή μέσα από θεσμική συνεργασία με τη Βουλή των Ελλήνων, στο πλαίσιο Μνημονίου Συνεργασίας που υπέγραψε ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Νικήτας Κακλαμάνης με τον Προέδρο της Ακαδημίας κ. Μιχάλη Τιβέριο τον Νοέμβριο του 2025. Αναφέρω λέξη προς λέξη από το κείμενο του μνημονίου: «Η Ακαδημία Αθηνών θέτει, χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, στη διάθεση της Βουλής τις επιστημονικές γνώσεις και τις θέσεις των Τακτικών Μελών της». Συνεπώς, η συνεργασία αυτή δεν αποσκοπεί στην υποκατάσταση της πολιτικής κρίσης ή της δημοκρατικής διαδικασίας, ούτε αξιώνει ρόλο στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Αντιθέτως δημιουργεί σωρευτικό αποτέλεσμα. Με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται η εξωστρέφεια της ταυτότητας της Ακαδημίας. Είναι προφανές ότι η εξωστρέφεια αποτελεί στρατηγική επιλογή και ουσιαστικό μοχλό θεσμικής ενδυνάμωσης.
Με άλλα λόγια, η εξωστρέφεια:
• είναι η γέφυρα που συνδέει τους θεσμούς με την κοινωνία, το διεθνές περιβάλλον και τις κοινότητες γνώσης,
• είναι η ενεργή συμμετοχή στον παγκόσμιο διάλογο, η ανταλλαγή ιδεών και η μάθηση από διαφορετικούς πολιτισμούς και θεσμούς,
• είναι η ψηφιακή ορατότητα που μετατρέπεται σε εργαλείο διαφάνειας και εμπιστοσύνης,
• είναι η προσαρμοστικότητα και η ευαισθησία απέναντι σε κάθε κοινωνική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα,
• είναι η στρατηγική συνεργασία, που αναγνωρίζει ότι η επιτυχία απαιτεί δίκτυα, συνέργειες και ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας με ηγέτες, οργανισμούς και κοινότητες σε διεθνές επίπεδο.
• είναι η ικανότητα να συνδυάζεις όλα αυτά τα στοιχεία ταυτόχρονα, ώστε κάθε πρωτοβουλία να αφήνει μετρήσιμο, ουσιαστικό αποτύπωμα.
Κοντολογίς, η εξωστρέφεια της Ακαδημίας είναι η φυσική συνέχεια ενός μακρού δρόμου, που αναδεικνύει το κέντρο των αξιών της ως σταθερό και αδιάσπαστο.
Με αυτόν τον γνώμονα, η επετειακή χρονιά της Ακαδημίας ξεδιπλώνεται μέσα από μια ακολουθία δράσεων που θέτουν τη γνώση σε δημιουργικό διάλογο με τη δημόσια ζωή, αγγίζουν τον πολιτισμό και αντηχούν στις μνήμες που συνθέτουν τη συλλογική μας διαδρομή και ταυτότητα.
Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες δράσεις:
• Σε συνδιοργάνωση με τη Βουλή των Ελλήνων θα παρουσιαστεί η μεγάλη ετήσια Έκθεση, μια πρωτοβουλία με ισχυρό συμβολισμό, όπου ο πνευματικός θεσμός επαναφέρει τον διάλογο με τον πυρήνα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γεφυρώνοντας την απόσταση που έως σήμερα δημιούργησε η αδύναμη επικοινωνία ανάμεσα στην επιστημονική σκέψη και τη δημόσια ζωή.
• Στις 9 Μαΐου, Ημέρα της Ευρώπης, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών θα υποδεχθεί την επετειακή συναυλία της Ακαδημίας Αθηνών υπό τη διεύθυνση του ακαδημαϊκού Λεωνίδα Καβάκου, προβάλλοντας τη Μουσική ως γέφυρα ειρήνης.
Σε αυτό το σημείο, με αφορμή την αναφορά μου στην ετήσια Έκθεση στη Βουλή και την επετειακή συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους σημαντικούς συνεργάτες μας: την ΕΡΤ για την προβολή και επικοινωνία των εκδηλώσεων και δράσεων των 100 ετών, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ) για την αναμνηστική σειρά τεσσάρων γραμματοσήμων και την Τράπεζα της Ελλάδος για το Νομισματικό της Πρόγραμμα και την έκδοση συλλεκτικού νομίσματος των 2 ευρώ, αφιερωμένου στην επέτειο της Ακαδημίας Αθηνών. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το οποίο, με αφορμή τον εορτασμό της επετείου 100 χρόνων από την ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών, υποδέχεται στις 9 Μαΐου 2026, τιμής ένεκεν, τα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών στη συναυλία της Ορχήστρας Philharmonia του Λονδίνου, με τον Λεωνίδα Καβάκο στη μουσική διεύθυνση, με αποκλειστικό χορηγό την Τράπεζα Πειραιώς.
Συνεχίζοντας την ομιλία μου στην ίδια λογική, η Ακαδημία οριοθέτησε πέντε διακριτούς αλλά αλληλένδετους πυλώνες δράσης, τους οποίους αναφέρω συνοπτικά στη συνέχεια.
Ο πρώτος συνιστά ένα νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης της ελληνικής κοινωνίας, εστιάζει στην ποιότητα των θεσμών, στη λογοδοσία, στην εμπιστοσύνη και στα ανθρώπινα δικαιώματα, λαμβάνοντας το κράτος δικαίου ως δεδομένο.
Ο δεύτερος πυλώνας, η παιδεία, ως μακροπρόθεσμη εθνική επένδυση, η οποία δεν περιορίζεται απλώς στη μετάδοση γνώσεων που στοχεύει στην κριτική σκέψη, την φιλομάθεια και την επαναπρόσληψη των αξιών από τη νέα γενιά, αλλά συνδέει άμεσα την Παιδεία με τον πυλώνα του δημογραφικού.
Συνεπώς, το δημογραφικό ζήτημα, ο τρίτος πυλώνας, αναδεικνύεται ως πρόκληση υπαρξιακών διαστάσεων, καθώς η συνεχής γήρανση και η μείωση του πληθυσμού έχουν σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στην οικονομία, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό σύστημα, αλλά και στη διαγενεακή ισορροπία. Χρειαζόμαστε έναν τεκμηριωμένο και νηφάλιο δημόσιο διάλογο για δημογραφικές τάσεις, για μακροπρόθεσμες και βιώσιμες λύσεις, για στήριξη της οικογένειας, αλλά και για ενσωμάτωση ουσιαστικού μεταναστευτικού δυναμικού με τρόπο που διασφαλίζει τα πολιτιστικά και κοινωνικά μας χαρακτηριστικά ώστε η κοινωνία μας να παραμένει σταθερή, δίκαιη και ανανεώσιμη.
Ο τέταρτος πυλώνας, η κλιματική κρίση (δεν μιλάμε πλέον για «αλλαγή») και η πολυεπίπεδη πρόκληση που τη συνοδεύει — περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική — καλεί σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις και πολιτικές ανθεκτικότητας, ξεκινώντας από την ορθολογική διαχείριση των οικοσυστημάτων και των φυσικών πόρων, αλλά και από το σχεδιασμό πόλεων ικανών να αντέξουν στις νέες συνθήκες. Η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι απλά μια αποσπασματική υποχρέωση. Τουναντίον, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ποιότητα ζωής και την ευημερία των ανθρώπων, καθιστώντας σαφές ότι η ενεργή διαφύλαξη και σωστή αξιοποίηση των οικοσυστημάτων της φύσης αποτελεί θεμέλιο για την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική σταθερότητα.
Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως εγκάρσιος άξονας, διαπερνώντας όλους τους προηγούμενους πυλώνες, από τον τρόπο διακυβέρνησης και την αγορά εργασίας, μέχρι το δημογραφικό και την προστασία του περιβάλλοντος, υπογραμμίζοντας ολοκληρωμένες, συστημικές και μακρόπνοες στρατηγικές. Προσφέρει πρόοδο, αλλά εγείρει ηθικά διλήμματα και θεσμικές προκλήσεις για το αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αξιοποιηθεί υπεύθυνα από το κράτος και την οικονομία, αν θα προστατευτούν έγκαιρα τα προσωπικά δεδομένα και τα δικαιώματα των πολιτών, αν το εργατικό δυναμικό προετοιμάζεται σωστά και, κυρίως, αν το εκπαιδευτικό σύστημα είναι έτοιμο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής. Η απάντηση απαιτεί συντονισμό, υπευθυνότητα και γνώση, ώστε η Τεχνητή Νοημοσύνη να αποτελέσει εργαλείο προόδου και κοινωνικής ευημερίας, χωρίς να υπονομεύονται οι θεσμοί, οι αξίες και τα δικαιώματα των ανθρώπων.
Με αυτούς τους πυλώνες, καθώς και γενικότερα με άλλες πρόσθετες εκδηλώσεις, η Ακαδημία Αθηνών εισέρχεται στη νέα εκατονταετία της για να επιβεβαιώσει τον ρόλο της ως θεσμός που, όχι απλώς παρατηρεί, αλλά εμπνέει και κατευθύνει, λειτουργώντας με νηφάλια σκέψη και τεκμηρίωση, μακροπρόθεσμα, με ψυχραιμία και μετρημένη αποφασιστικότητα, προσαρμοζόμενη στα νέα δεδομένα και αναδεικνύοντας τη σημασία του Πολιτισμού και της Γνώσης για την προώθηση της συνεργασίας, της υπευθυνότητας και της προόδου με ουσιαστικό αντίκτυπο για την κοινωνία, σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς.
Φτάνοντας στο τέλος της ομιλίας μου, επιτρέψτε μου να επιστρέψω στην αρχή, εκεί όπου ανέφερα τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τη δέσμευσή του για την ίδρυση της Ελληνικής Ακαδημίας με το χαρακτηριστικό τηλεγράφημα: «Organisez rapidement Académie».
Το rapidement δεν υπήρξε απλώς μια χρονική σύσταση· υπήρξε έκφραση πολιτικής διορατικότητας και συνείδησης ότι η γνώση, η θεσμική οργάνωση και το πνευματικό κύρος αποτελούν όρους διεθνούς παρουσίας και εθνικής αυτοπεποίθησης.
H ίδια προτροπή διατηρεί την επικαιρότητά της: η Ακαδημία Αθηνών οφείλει να παραμένει εξωστρεφής, ενεργή και παρούσα, ώστε η γνώση και το κύρος της να συμπορεύονται με τις ανάγκες της εποχής και να ενισχύουν τη θέση της χώρας στον διεθνή πνευματικό διάλογο.
Με βαθύ σεβασμό στο όραμα και την αποφασιστικότητα του Ελευθέριου Βενιζέλου, και αναλογιζόμενος τη σημασία της αποστολής που εκείνος ανέλαβε πριν από έναν αιώνα και την εμπιστοσύνη που έδειξε στη δύναμη της γνώσης και της ακαδημαϊκής θεσμικής δράσης, και με την ίδια ευθύνη και αίσθηση καθήκοντος, μιλώ εκ μέρους όλης της σημερινής ακαδημαϊκής κοινότητας, όπως οι καιροί επιτάσσουν, επαναλαμβάνοντας το μήνυμα που εκείνος έστειλε:
«Organisez rapidement une Académie ouverte et influente»
«Οργανώστε γρήγορα μια Ακαδημία ανοιχτή και επιδραστική»
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας